ξύλα πέτρες και τσαλιά καμμένα, ήτοι σκίτσα, σκέψεις και σχόλια του Νικόλα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Ιαν 2014

Η ένοχη σιωπή των αστών




του Νικόλα Δημητριάδη
σκίτσα του Μίνου Αργυράκη 


Κάθε συζήτηση για την ελληνική αστική τάξη πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της το γεγονός ότι ο ελληνικός κόσμος έχει μια ιστορική διαδρομή διαφορετική από αυτήν της δυτικής Ευρώπης, με αποτέλεσμα να είναι διαφορετική και η οικονομική και η κοινωνική πραγματικότητά του. Το ελληνικό κράτος μπήκε στον σύγχρονο κόσμο με μία διπλή ιδιότητα. Από τη μία ήταν ένα κράτος οικονομικά καθυστερημένο και αποικιακά δεμένο με τον δυτικό κόσμο (μην ξεχνάμε ότι το πρώτο θύμα της δυτικής αποικιοκρατίας υπήρξε το Βυζάντιο). Από την άλλη, αυτό το κράτος-αποικία διέθετε μία «ελληνικού τύπου» αστική τάξη, απόλυτα ενταγμένη στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα, η οποία, όμως, δρούσε εκτός του εθνικού κορμού: στα μεγάλα αστικά κέντρα του Ελληνισμού (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια κ.α.), που όμως δεν περιελήφθησαν στο ελληνικό κράτος, στις παροικίες και στις μεγάλες μητροπόλεις της Δύσης. Έτσι, η ελληνική αστική τάξη, κοσμοπολίτικη και διεθνοποιημένη, απέκτησε μια ιδιότυπη μορφή, λειτουργώντας περισσότερο ως μεσάζων, ως εμπορικός πράκτορας της Δύσης στην Ανατολή, παρά ως «εθνική» αστική τάξη. Tο σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν ανήκει, λοιπόν, ούτε στον μητροπολιτικό ούτε στον αποικιακό χώρο: ήταν και είναι ένα παράσιτο της Δύσης.

11 Ιουν 2013

Εσάς, ποια γενοκτονία σας αρέσει;



Αρκετός ντόρος έγινε πρόσφατα με την επιστολή της –γραφικής  πλέον– Μ. Ρεπούση, σχετικά με το ενδεχόμενο να μπλεχτούν στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο οι… καλές γενοκτονίες με τις… κακές. Αν η σχολή ιστοριογραφίας που εκπροσωπεί δεν χάνει ευκαιρία να στηλιτεύει τη «χρήση της Ιστορίας για πολιτικούς σκοπούς», δεν προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό το οποίο καταγγέλλει. Είναι βασική αρχή της προπαγάνδας να αποδίδεις στους αντιπάλους σου τις δικές σου αδυναμίες. Την ώρα, όμως, που οι «μοντέρνοι» ιστορικοί στην Ελλάδα πληροφορούν τους Έλληνες ότι δεν υπήρξε γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, συνάδελφοί τους στην Τουρκία πληροφορούν τους Τούρκους για το αντίθετο. Και ενώ οι «αποδομητές» στην Ελλάδα απολαμβάνουν την υλική και ιδεολογική στήριξη της εξουσίας,  οι συνάδελφοί τους στην Τουρκία αντιμετωπίζουν πραγματικές διώξεις.
Α ν η Ρεπούση προτιμά τις… ξένες γενοκτονίες (καθώς οι ντόπιες κρίνονται ύποπτες κρυπτοεθνικισμού), υπάρχουν από την άλλη και οι τενεκέδες της Χρυσής Αυγής, που βρήκαν ευκαιρία να αυξήσουν και άλλο τα ποσοστά τους. Με ένα νέο κρεσέντο γραφικότητας υπέβαλαν σχέδιο νόμου «για την πάταξη του ρατσισμού κατά των Ελλήνων», στο οποίο, με τη σειρά τους, κρατάνε τις ντόπιες γενοκτονίες και αφήνουν απέξω… τις ξένες. Η τροπή της υπόθεσης «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» είναι αρκετά βολική και για τις δύο πλευρές. Από τη μία το νομοσχέδιο αυξάνει τα ποσοστά της ΧΑ και από την άλλη η παρουσία της ΧΑ επιτρέπει στην κατεστημένη ιδεολογία να εμφανίζεται ως «προοδευτική». Έτσι είναι και οι δύο ικανοποιημένοι.
Η χρησιμότητα της ακροδεξιάς μπουρδολογίας είναι, λοιπόν, προφανής. Διά της αποσιώπησης εμφανίζεται η αποδομητική ιστοριογραφία ως η μοναδική ακαδημαϊκή άποψη, και η αντίθετη άποψη επιτρέπεται να παρουσιαστεί μόνον από τον Μιχαλολιάκο και τη συμμορία του. Όπως και στο παρελθόν, όπου τα ΜΜΕ παρουσίαζαν ως μοναδική φωνή αντίδρασης στο βιβλίο Ιστορίας της 6ης δημοτικού τον Άνθιμο και τον Καρατζαφέρη. Δεν είναι τυχαίο το ότι, στον δημόσιο διάλογο γύρω από μία σειρά θέματα, μεταξύ αυτών και η Ιστορία, υπάρχουν ακαδημαϊκές απόψεις και ολόκληροι πολιτικοί χώροι που αποσιωπώνται συστηματικά. Έτσι κατασκευάζονται τα αντίπαλα στρατόπεδα, καταπώς συμφέρει τις άρχουσες τάξεις. Στο τηλεοπτικά κατασκευασμένο, λοιπόν, δίπολο «παγκοσμιοποίηση vs φασισμός», πολλοί πατήσανε την μπανανόφλουδα. Έτσι, λοιπόν, η Ρεπούση εμφανίζεται ως θύμα, ως μάρτυρας που πληρώνει το θάρρος της γνώμης της (ενώ στην πραγματικότητα το υποτιθέμενο θάρρος αυτό δεν αποτέλεσε παρά το διαβατήριο που οδήγησε μια άσημη καθηγήτρια γαλλικής φιλολογίας στο… κοινοβούλιο και την εξουσία).
Την ίδια στιγμή ο Σύριζα και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες ετοιμάζουν δικά τους νομοσχέδια, το ΚΚΕ φοβάται μήπως η ποινικοποίηση της γνώμης πιάσει και τον κομμουνισμό (αλλιώς δεν έχει πρόβλημα…), ενώ η εξωκοινοβουλευτική αριστερά και ο αναρχικός χώρος προτιμούν να αντιμετωπίσουν τη ΧΑ σε επίπεδο… στρατιωτικό. Συμβάλλουν, λοιπόν, ο καθένας με τον τρόπο του, στη διατήρηση της ΧΑ στο επίκεντρο της δημοσιότητας και στην αύξηση της επιρροής της. Ο φιλελεύθερος κοσμοπολιτισμός και «αντιεθνικισμός» της αριστεράς δεν μπορούν να συμβάλλουν στην καταπολέμηση του φασισμού. Μόνο στην ενίσχυσή του. Η ΧΑ δεν έπεσε από τον ουρανό – εκμεταλλεύεται υπαρκτά προβλήματα και πολιτικά κενά. Η απάντηση στα προβλήματα αυτά είναι το ζητούμενο και όχι η αγνόησή τους. Αυτό όμως θα απαιτούσε πολιτικές και ιδεολογικές υπερβάσεις που το σημερινό πολιτικό προσωπικό δεν φαίνεται διατεθειμένο να κάνει.
εφημερίδα Ρήξη, τ. 94, Ιούνιος 2013

4 Φεβ 2011

Μπερθ οφ α νέισιον

Birth of a nation

Έτσι τιτλοφορήθηκε το 1905 μία αμερικάνικη κινηματογραφική παραγωγή, σχετική με τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο και την ανοικοδόμηση των Η.Π.Α. Θεωρήθηκε πρωτοπόρα για τα κινηματογραφικά δεδομένα της εποχής της, προκάλεσε, όμως, και πολλές αντιδράσεις για την ερμηνεία της ιστορίας που προέβαλλε ( και κυρίως για την ηρωοποίηση της Κου Κλουξ Κλαν). Τον ίδιο τίτλο επέλεξε και το συγκρότημα Αλαφούζου για τη νέα τηλεοπτική υπερπαραγωγή 1821: η γέννηση ενός έθνους (προσθέτοντας, τελικώς, και τη λέξη «-κράτους»).

Το θλιβερό πρώτο επεισόδιο ακολούθησαν οι αναμενόμενες αντιδράσεις για την ερμηνεία της ιστορίας που προκρίνει –και προωθεί– η σειρά. Αναπαράγει όλα τα ιδεολογήματα της σημερινής κατεστημένης ιστορικής σκέψης: ωραιοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απόκρυψη των διωγμών των Ελλήνων, ανακήρυξη του έθνους σε φαντασιακή κατασκευή που επινόησαν οι αστοί διανοούμενοι του 18ου αιώνα, αποσιώπηση των καταστροφικών συνεπειών που είχε διαχρονικά η αποικιακή εξάρτηση της περιοχής μας από τις Μεγάλες Δυνάμεις και εν γένει αυθαίρετη, ανιστόρητη και σχηματική κατασκευή της ελληνικής ιστορίας, βάσει προτύπων που (σαν γνήσιοι μεταπράτες της διανόησης) αντέγραψαν από άλλες, ευρωπαϊκές, χώρες.

Κι αν οι επαναστάτες του 1821 χρησιμοποιούσαν διαρκώς λέξεις όπως ελευθερία, πατρίδα, θρησκεία, κ.λπ, για τον υπεύθυνο της σειράς, Θάνο Βερέμη, «Η μέγιστη προσφορά του 1821 είναι ότι συνιστά ένα εκσυγχρονιστικό γεγονός»…

Στη συζήτηση που ακολούθησε μετά το δεύτερο επεισόδιο, ο παρουσιαστής κύριος Τατσόπουλος απολογήθηκε για την απόκρυψη πολλών ιστορικών δεδομένων με το παιδαριώδες επιχείρημα ότι ο περιορισμένος χρόνος δεν επέτρεπε την παράθεση όλων των γεγονότων της Τουρκοκρατίας. Λες και η επιλογή των γεγονότων που θα προβληθούν έγινε τυχαία –με κληρωτίδα– και δεν υπαγορεύθηκε από συγκεκριμένες ιδεολογικές επιταγές.

Από το πρώτο επεισόδιο ο κύριος Τατσόπουλος μας είχε αποκαλύψει, με ύφος νάρκισσου ινστρούχτορα, πως «κάθε εποχή ξαναεφεύρει την ιστορία της και προβάλλει πάνω στην ιστορία τις εμμονές της, τις εμπάθειές της και τις επιδιώξεις της». Δεν μας είπε, όμως, ποιες εμμονές, εμπάθειες και επιδιώξεις έχει ο ίδιος, καθώς και οι υπόλοιποι συντελεστές της παραγωγής. Διότι, ως γνωστόν, οι «πεφωτισμένοι» καθηγητές μας σχετικοποιούν και ξαναγράφουν την ιστορία μας, ισχυριζόμενοι ότι είχε γραφεί με τρόπο που να εξυπηρετεί τις πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις της εκάστοτε εξουσίας. Αποφεύγουν όμως να προβάλουν αυτή την ανάλυση και στους εαυτούς τους…

Οι ιδιότητες του κυρίου Βερέμη (πρώην πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, πρώην πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, συνεργάτης της Καθημερινής και μέλος του νεοφιλελεύθερου κόμματος «Δράση») καταδεικνύουν ότι η σειρά δεν αποτελεί ένα αδιάφορο ντοκυμαντέρ του Νάσιοναλ Τζεογκράφικ, αλλά μία τηλεοπτική παραγωγή με καταφανείς πολιτικές συνεπαγωγές. Είναι μία περίπτωση ανάλογη του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού της κυρίας Ρεπούση, του ιδρύματος CDRSEE. Οι θιασώτες της κατεστημένης ιστορικής σκέψης δεν μπορούν εύκολα να μας πείσουν ότι ο Τζ. Σόρος, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι θαμώνες της λέσχης Μπίλντεμπεργκ και οι υπόλοιποι χρηματοδότες του ΕΛΙΑΜΕΠ και του CDRSEE διέθεσαν τα χρήματά τους για να μας διδάξουν την ακριβή ημερομηνία έναρξης της ελληνικής Επανάστασης. Δεν πείθεται εύκολα κανείς ότι ο διεθνής κερδοσκόπος Τζ. Σόρος έχασε τον ύπνο του σκεπτόμενος ότι οι Έλληνες αγνοούν αν η Επανάσταση έγινε Τετάρτη ή Παρασκευή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα βρίσκεται αλλού. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακαδημαϊκή διαφωνία. Οι ίδιοι οι ιστορικοί αυτοί μας υπενθυμίζουν διαρκώς (όπως π.χ. όταν υπέγραφαν υπέρ του σχεδίου Ανάν) ότι τα κίνητρά τους δεν περιορίζονται στην ικανοποίηση της επιστημονικής τους περιέργειας.

Όπως επίσης δεν είναι εύκολο να μας πείσουν πως όποιος διαφωνεί μαζί τους είναι αγράμματος, γραφικός, εθνικιστής, housewife (sic) και ό,τι άλλο χαρακτηρισμό αποδίδουν σε όποιον αμφισβητήσει τα φαντασιόπληκτα ιδεολογήματά τους. Με όλο τον ελιτισμό και την αλαζονεία που διακρίνει τις ελληνικές ελίτ (πολιτική, οικονομική και κυρίως πνευματική) προσπαθούν να μας πείσουν πως οι μόνες πιθανές ερμηνείες της ιστορίας είναι αυτές των φραγκοπασαλειμμένων ελίτ από τη μία και των Λιακόπουλου και Άδωνη από την άλλη. Οι μόνοι που πείθονται, βέβαια, είναι όσοι ταυτίζονται ιδεολογικά μαζί τους, άντε –το πολύ- και ένα κομμάτι της μεταμοντέρνας αριστεράς, που υιοθετεί άκριτα τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης, αρκεί να ικανοποιούν το «αντιεθνικιστικό» φετίχ της. Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός πως η ίδια νοοτροπία και φρασεολογία διακρίνει και την πολιτική μας ελίτ. Όποιος διαφωνεί με το μνημόνιο είναι άσχετος, γραφικός, εθνικιστής κλπ. Η ίδια φρασεολογία επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η πολιτική και η ιδεολογία του καθεστώτος γίνονται αντικείμενο κριτικής. Το εκβιαστικό δίλημμα «ΕΛΙΑΜΕΠ ή Λιακόπουλος» παραπέμπει εύστοχα στο δίλημμα «Μνημόνιο ή καταστροφή», για να μη θυμηθούμε το «Καραμανλής ή τανκς»… Και αποκαλύπτει τον χυδαίο ολοκληρωτισμό που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία της εξουσίας, της κατεστημένης διανόησης και των θλιβερών παπαγάλων τους.


εφημερίδα Ρήξη, τ.71, Φεβρουάριος 2011